Ενωμένη Ευρωπαϊκή Αριστερά

Βορειοευρωπαϊκή Πράσινη Αριστερά

Η Ομάδα της GUE/NGL

Η Ευρωπαϊκή Ένωση

Γραφείο Ευρωβουλής ΑΚΕΛ

Ευρωβουλευτές ΑΚΕΛ

Σύνδεσμοι

 

   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

   Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή

   Το Συμβούλιο

   Γλωσσάριο

 

  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελείται από 626 ευρωβουλευτές. Ο αριθμός των βουλευτών ανά κράτος μέλος καθορίζεται από τη Συνθήκη. Από το 1979 και κάθε πέντε χρόνια, οι ευρωβουλευτές εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία και με αναλογικό σύστημα εκπροσώπησης, είτε σε περιφερειακό επίπεδο (Βέλγιο, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο), είτε σε εθνική κλίμακα (Δανία, Ισπανία, Γαλλία, Λουξεμβούργο, Ελλάδα, Αυστρία, κλπ.), είτε μέσω ενός μεικτού συστήματος (Γερμανία). Παντού εφαρμόζονται κοινοί δημοκρατικοί κανόνες. Πιο συγκεκριμένα: δικαίωμα ψήφου στα 18 έτη, ισότητα ανδρών και γυναικών και απόρρητο της ψηφοφορίας. Στο Βέλγιο, την Ελλάδα και το Λουξεμβούργο, η συμμετοχή στην ψηφοφορία είναι υποχρεωτική. Από το 1993 που τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη του Μάαστριχτ, κάθε πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμένει σε άλλο κράτος της Ένωσης μπορεί να ασκεί το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στη χώρα διαμονής του.

Το 1979, οι γυναίκες βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ανέρχονταν στο 16,5%· με την πάροδο των κοινοβουλευτικών περιόδων, το ποσοστό αυτό δεν σταμάτησε να αυξάνεται, με αποτέλεσμα να φτάσει το 27,5 % την 1η Ιανουαρίου 1996 και το 29,7 % στις εκλογές του 1999.

Η επικείμενη διεύρυνση θα είναι η πέμπτη κατά σειρά στην ιστορία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο έργο που επιχείρησε ποτέ η Ευρώπη. Η διεύρυνση δεν πρέπει να αυξήσει υπερβολικά τον αριθμό των βουλευτών και πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τη σχέση μεταξύ του αριθμού των εδρών ανά χώρα και του πληθυσμού της και να διασφαλισθεί ταυτόχρονα η επαρκής πολιτική εκπροσώπηση των κρατών με μικρό πληθυσμό. Με την Συνθήκη της Νίκαιας ορίζεται ότι οι ευρωβουλευτές, μετά τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ανέλθουν στους 736.

Αριθμός εδρών κάθε χώρας
(κατ' αλφαβητική σειρά σύμφωνα με το όνομα της χώρας στην επίσημη γλώσσα της)

 

1999-2004

2004-2007

2007-2009

Bέλγιο

25

24

24

Bουλγαρία

-

-

18

Κύπρος

-

6

6

Τσεχική Δημοκρατία

-

24

24

Δανία

16

14

14

Γερμανία

99

99

99

Ελλάδα

25

24

24

Ισπανία

64

54

54

Εσθονία

-

6

6

Γαλλία

87

78

78

Ουγγαρία

-

24

24

Ιρλανδία

15

13

13

Ιταλία

87

78

78

Λετονία

-

9

9

Λιθουανία

-

13

13

Λουξεμβούργο

6

6

6

Μάλτα

-

5

5

Κάτω Χώρες

31

27

27

Αυστρία

21

18

18

Πολωνία

-

54

54

Πορτογαλία

25

24

24

Ρουμανία

-

-

36

Σλοβακία

-

14

14

Σλοβενία

-

7

7

Φινλανδία

16

14

14

Σουηδία

22

19

19

Ηνωμένο Βασίλειο

87

78

78

ΣΥΝΟΛΟ

626

732

786

 

Οι ευρωβουλευτές εισπράττουν την ίδια βουλευτική αποζημίωση με τους εθνικούς βουλευτές κάθε χώρας. Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται από το κράτος μέλος στο οποίο εξελέγησαν. Σήμερα βρίσκεται σε φάση διαπραγμάτευσης μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ένα κοινό καθεστώς για όλους τους ευρωβουλευτές, το οποίο έχει ως στόχο να διορθώσει τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων εθνικοτήτων και να διασφαλίσει μεγαλύτερη διαφάνεια. Για το καθεστώς αυτό έγινε πρόβλεψη στη Συνθήκη του 'Aμστερνταμ, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Οι ευρωβουλευτές είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν σε δημόσιο μητρώο τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες και κάθε άλλο αμειβόμενο καθήκον ή δραστηριότητα. Επιπλέον, κάνουν δήλωση όσον αφορά τα οικονομικά τους συμφέροντα και τις λοιπές πηγές των εισοδημάτων τους.

Η σύvθεση τoυ Ευρωπαϊκoύ Κoιvoβoυλίoυ

Ο αριθμός τωv βoυλευτώv αvά κράτoς μέλoς oρίζεται από τις Συvθήκες. Στo ημικύκλιo oι βoυλευτές δεv τoπoθετoύvται κατά εθvικές αvτιπρoσωπείες αλλά σύμφωvα με τηv πoλιτική oμάδα στηv oπoία αvήκoυv. Επί τoυ παρόvτoς τo Ευρωπαϊκό Κoιvoβoύλιo αριθμεί 7 πoλιτικές oμάδες, καθώς και "μη εγγεγραμμέvoυς" (αvεξάρτητoυς) βoυλευτές. Οι oμάδες πρoέρχovται από περισσότερα από εκατό εθvικά κόμματα.

 

Οι Πολιτικές Ομάδες

PPE-DE

Ομάδα τoυ Ευρωπαϊκoύ Λαϊκoύ Κόμματoς (Χριστιανοδημοκράτες) και των Ευρωπαίωv Δημoκρατώv

PSE

Ομάδα τoυ Ευρωπαϊκoύ Σoσιαλιστικoύ Κόμματoς

ELDR

Ομάδα τoυ Ευρωπαϊκoύ Κόμματoς τωv Φιλελευθέρωv Δημoκρατώv και Μεταρρυθμιστώv

Verts/ALE

Ομάδα τωv Πρασίvωv/Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία

GUE/NGL

Ενωμένη Ευρωπαϊκή Αριστερά / Βορειοευρωπαϊκή Πράσινη Αριστερά

UEN

Ομάδα Έvωση για τηv Ευρώπη τωv Εθvώv

EDD

Ομάδα για την Ευρώπη της Δημοκρατίας και της Διαφοράς

NI

Μη Εγγεγραμμένοι

 

Οργάνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το μόνο θεσμικό όργανο της Κοινότητας που συνεδριάζει και αποφασίζει δημοσίως. Οι αποφάσεις, οι θέσεις και οι συζητήσεις του δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Στην αίθουσα των συνεδριάσεων, το ημικύκλιο, οι βουλευτές δεν κάθονται ανά εθνικές αντιπροσωπείες αλλά εντάσσονται σε πολιτικές ομάδες. Επιπλέον, οι βουλευτές εργάζονται σε κοινοβουλευτικές επιτροπές και αντιπροσωπείες, στις οποίες είναι μόνιμα ή αναπληρωματικά μέλη .

Μία φορά το μήνα και για 4 ημέρες, οι βουλευτές μεταβαίνουν στο Στρασβούργο για τη σύνοδο της ολομέλειας. Ορισμένες συμπληρωματικές σύνοδοι διάρκειας δύο ημερών διοργανώνονται και στις Βρυξέλλες.

Δύο φορές το μήνα, συμμετέχουν στις συνεδριάσεις των κοινοβουλευτικών επιτροπών στις Βρυξέλλες. Η εναπομένουσα εβδομάδα αφιερώνεται στις συνεδριάσεις των πολιτικών ομάδων.

Έδρα και τόποι εργασίας

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με έδρα το Στρασβούργο, έχει τρεις τόπους εργασίας: το Στρασβούργο, τις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο. Οι λόγοι είναι ιστορικοί. Στις τρεις αυτές πόλεις κυρίως εγκαταστάθηκαν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα από την ίδρυσή τους. Σύμβολο της γαλλογερμανικής συμφιλίωσης, το Στρασβούργο έγινε η έδρα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Από το 1952, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διεξάγει εκεί τις περισσότερες συνόδους του.

Προεδρία, Προεδρείο, Διάσκεψη των Προέδρων

Ο Πρόεδρος διευθύνει το σύνολο των δραστηριοτήτων του Κοινοβουλίου και των οργάνων του. Προεδρεύει των συνόδων της ολομέλειας, των συνεδριάσεων του Προεδρείου και της Διάσκεψης των Προέδρων. Εκπροσωπεί το Κοινοβούλιο σε όλες τις εξωτερικές σχέσεις, ιδίως τις διεθνείς.

Το Προεδρείο είναι το ρυθμιστικό όργανο του Κοινοβουλίου, αρμόδιο για τον προϋπολογισμό του και για ζητήματα που αφορούν τη διοίκηση, το προσωπικό και την οργάνωση. Αποτελείται από τον Πρόεδρο και δεκατέσσερις αντιπροέδρους, καθώς και από πέντε κοσμήτορες, οι οποίοι συμμετέχουν σε αυτό συμβουλευτικά. Οι κοσμήτορες είναι αρμόδιοι για διοικητικά ζητήματα που αφορούν άμεσα τους βουλευτές. Τα μέλη του Προεδρείου εκλέγονται για δυόμισι χρόνια.

Τη Διάσκεψη των Προέδρων αποτελούν ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου και οι πρόεδροι των πολιτικών ομάδων. Είναι το πολιτικό καθοδηγητικό όργανο του Κοινοβουλίου, το οποίο ορίζει τις αρμοδιότητες αλλά και τον αριθμό των μελών των επιτροπών και των κοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών, αποφασίζει για τη διάταξη των θέσεων στο ημικύκλιο και προετοιμάζει το χρονοδιάγραμμα και την ημερήσια διάταξη των συνόδων της ολομέλειας. Εξετάζει τις συστάσεις της Διάσκεψης των προέδρων των επιτροπών που αφορούν τις εργασίες των επιτροπών και την ημερήσια διάταξη των συνόδων.

Πολιτικές ομάδες

Στη μεγάλη τους πλειονότητα, οι βουλευτές είναι εγγεγραμμένοι σε κάποια πολιτική ομάδα. Ορισμένοι βουλευτές, δεν ανήκουν σε καμία ομάδα. Είναι οι ανεξάρτητοι / μη εγγεγραμμένοι βουλευτές. Μια πολιτική ομάδα πρέπει να περιλαμβάνει περισσότερες εθνικότητες, καθώς και έναν ελάχιστο αριθμό μελών. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν επτά πολιτικές ομάδες που προέρχονται από εκατό και πλέον εθνικά πολιτικά κόμματα. Κάποιες πολιτικές ομάδες συνδέονται με κόμματα οργανωμένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα οποία η Συνθήκη αναγνωρίζει ως σημαντικό παράγοντα ολοκλήρωσης που συμβάλλει στη δημιουργία ευρωπαϊκής συνείδησης και στην έκφραση της πολιτικής βούλησης των πολιτών της Ένωσης. Κάθε πολιτική ομάδα έχει πρόεδρο, προεδρείο και γραμματεία.

Πριν από την ψηφοφορία στην ολομέλεια, οι πολιτικές ομάδες με βάση τον πολιτικό τους προσανατολισμό εξετάζουν τις εκθέσεις που υποβάλλουν οι κοινοβουλευτικές επιτροπές, και συχνά καταθέτουν τροπολογίες. Διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην κατάρτιση της ημερήσιας διάταξης των συνεδριάσεων της ολομέλειας, καθώς και στην επιλογή των επίκαιρων θεμάτων που εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη κάθε συνόδου.

Κοινοβουλευτικές επιτροπές

Οι δεκαεπτά κοινοβουλευτικές επιτροπές προετοιμάζουν τις εργασίες των συνόδων της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κάθε επιτροπή ορίζει τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους της και διαθέτει γραμματεία.

Οι επιτροπές εκπονούν και εγκρίνουν εκθέσεις επί των νομοθετικών προτάσεων καθώς και εκθέσεις πρωτοβουλίας. Συντάσσουν επίσης γνωμοδοτήσεις, οι οποίες απευθύνονται σε άλλες κοινοβουλευτικές επιτροπές.

Εκτός από τις διαρκείς επιτροπές, το Κοινοβούλιο έχει επίσης τη δυνατότητα να συγκροτεί προσωρινές επιτροπές καθώς και εξεταστικές επιτροπές.

Οι μικτές κοινοβουλευτικές επιτροπές διατηρούν σχέσεις με τα κοινοβούλια των υποψηφίων προς ένταξη χωρών και οι διακοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες με κοινοβούλια άλλων τρίτων χωρών.

Η Γενική Γραμματεία

Υπό την εποπτεία του Γενικού Γραμματέα, περίπου 3 500 υπάλληλοι, οι οποίοι προσελήφθησαν με διαγωνισμό σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, βρίσκονται στην υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι πολιτικές ομάδες έχουν τους δικούς τους συνεργάτες, και οι βουλευτές προσλαμβάνουν κοινοβουλευτικούς βοηθούς.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αντιμετωπίζει επιτυχώς το πρόβλημα της πολυγλωσσίας - το 1/3 περίπου του προσωπικού του απασχολείται στις γλωσσικές υπηρεσίες - και των τριών τόπων εργασίας, (Στρασβούργο, Βρυξέλλες και Λουξεμβούργο). Η λειτουργία του κοστίζει σε κάθε κάτοικο της Ένωσης 2,5 ευρώ ετησίως (απορροφάει δηλαδή το 1,08% του συνολικού προϋπολογισμού της Ένωσης.

Εξουσίες και πολιτικός ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Όπως όλα τα κοινοβούλια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκεί τρεις θεμελιώδεις εξουσίες: τη νομοθετική εξουσία, την εξουσία σε θέματα προϋπολογισμού και την εξουσία ελέγχου. Ο πολιτικός ρόλος που διαδραματίζει στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι όλο και πιο σημαντικός.

Η νομοθετική εξουσία

Το Κοινοβούλιο ψηφίζει τους ευρωπαϊκούς νόμους με το Συμβούλιο

Η συνήθης νομοθετική διαδικασία είναι η συναπόφαση: Συμβούλιο και Κοινοβούλιο εγκρίνουν από κοινού και επί ίσοις όροις τη νομοθεσία που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η τελική συμφωνία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι απαραίτητη.

Η εξουσία σε θέματα προϋπολογισμού

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποτελούν τα δύο μέρη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής, μοιράζοντας την εξουσία σε θέματα προϋπολογισμού, όπως μοιράζονται και τη νομοθετική εξουσία. Οι αποφάσεις του Κοινοβουλίου προετοιμάζονται από την Επιτροπή Προϋπολογισμών σε συνεργασία με τις άλλες κοινοβουλευτικές επιτροπές.

Ασκώντας την εξουσία του σε θέματα προϋπολογισμού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκφράζει τις πολιτικές του προτεραιότητες. Κάθε Δεκέμβριο, καθορίζει τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους. Ο προϋπολογισμός μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνον όταν υπογραφεί από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Από το 1986, οι ετήσιες δαπάνες εντάσσονται σε έναν πολυετή προγραμματισμό - τις "δημοσιονομικές προοπτικές" - που εγκρίνουν από κοινού Κοινοβούλιο και Συμβούλιο.

Το Κοινοβούλιο έχει επίσης το δικαίωμα να απορρίψει τον προϋπολογισμό, εάν κρίνει ότι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία προϋπολογισμού πρέπει να ξαναρχίσει από την αρχή. Κατά το παρελθόν, το Κοινοβούλιο χρησιμοποίησε αυτό το δικαίωμα, δεν το έχει όμως πράξει από τότε που καθορίζει από κοινού με το Συμβούλιο έναν πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό. 

Η εξουσία ελέγχου

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκεί δημοκρατικό έλεγχο επί του συνόλου της κοινοτικής δραστηριότητας. Η εξουσία αυτή, η οποία αρχικά αφορούσε μόνο τις ενέργειες της Επιτροπής, επεκτάθηκε στη συνέχεια στο Συμβούλιο και στα όργανα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας. Για να διευκολυνθεί ο έλεγχος αυτός, το Κοινοβούλιο μπορεί να συστήσει (προσωρινές) εξεταστικές επιτροπές. Το έχει κάνει σε διάφορες περιπτώσεις, συγκεκριμένα στην υπόθεση της νόσου των τρελών αγελάδων, οπότε και η έρευνά του κατάληξε στην ίδρυση ευρωπαϊκής κτηνιατρικής υπηρεσίας με έδρα το Δουβλίνο. Χάρη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ιδρύθηκε επίσης η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Καταπολέμηση της Απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού (OLAF) της Ένωσης.

Η Επιτροπή

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στον διορισμό της Επιτροπής. Επικυρώνει τον διορισμό του Προέδρου της, προβαίνει σε ακροάσεις των υποψηφίων επιτρόπων και δίδει ψήφο εμπιστοσύνης ή απορρίπτει την προτεινόμενη Επιτροπή στο σύνολό της. Η εξουσία αυτή προστίθεται στο δικαίωμα του Κοινοβουλίου να ψηφίσει πρόταση μομφής κατά της Επιτροπής: η υπερψήφιση "προτάσεως δυσπιστίας", με την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών και τα 2/3 των ψηφισάντων, συνεπάγεται την υποχρεωτική παραίτηση της Επιτροπής. Ωστόσο, αν και μέχρι σήμερα δεν έχει εγκριθεί καμία πρόταση δυσπιστίας, η εξουσία αυτή αποτελεί ισχυρό αποτρεπτικό όπλο.

Στην καθημερινή πρακτική, το Κοινοβούλιο ελέγχει το έργο της Επιτροπής μέσω της εξέτασης μεγάλου αριθμού εκθέσεων που η ίδια υποβάλλει και οι οποίες αφορούν την εφαρμογή των πολιτικών και της νομοθεσίας και τη διαχείριση του προϋπολογισμού.

Μια κοινοβουλευτική ομάδα, μια πολιτική ομάδα ή ένας ορισμένος αριθμός βουλευτών μπορούν να υποβάλλουν προφορικές ερωτήσεις στο Συμβούλιο ή την Επιτροπή. Οι ερωτήσεις αυτές αφορούν σημαντικά πολιτικά ζητήματα και οδηγούν τις περισσότερες φορές σε συζήτηση που ακολουθείται από ψηφοφορία. Επίσης, η συζήτηση των επικαίρων θεμάτων, που συνδέονται με γεγονότα τα οποία απασχόλησαν ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, αποτελούν αντικείμενο συζητήσεων που περατώνονται με την έγκριση ψηφισμάτων. Η "Ώρα των Ερωτήσεων" προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή επιτρέπει μια αλληλουχία ερωτήσεων και απαντήσεων στην ολομέλεια επί θεμάτων γενικού ενδιαφέροντος. Τέλος, μεμονωμένοι βουλευτές μπορούν να θέσουν στο Συμβούλιο ή την Επιτροπή γραπτές ερωτήσεις, στις οποίες δίδεται και γραπτή απάντηση. Κάθε χρόνο υποβάλλονται πάνω από 5000 ερωτήσεις από τους βουλευτές και τις πολιτικές ομάδες.

 

  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η Επιτροπή είναι το πολιτικά ανεξάρτητο όργανο που εκπροσωπεί και υπερασπίζεται τα συμφέροντα της Ένωσης ως σύνολο. Είναι η κινητήριος δύναμη του θεσμικού συστήματός της. Προτείνει νομοθεσία, πολιτικές και προγράμματα δράσης και είναι υπεύθυνη για την υλοποίηση των αποφάσεων του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Όπως το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συστήθηκε τη δεκαετία του 1950 με τις ιδρυτικές συνθήκες της Ένωσης.

Ο όρος "Επιτροπή" χρησιμοποιείται με δύο έννοιες. Πρώτον, με την έννοια των "μελών της Επιτροπής" - της ομάδας των 20 ανδρών και γυναικών που διορίζονται από τα κράτη μέλη και το Κοινοβούλιο για να διοικούν το όργανο και να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους. Δεύτερον, ο όρος "Επιτροπή" αναφέρεται στο ίδιο το θεσμικό όργανο και στο προσωπικό του. Τα μέλη της Επιτροπής αποκαλούνται ανεπισήμως "επίτροποι". Όλοι κατείχαν παλαιότερα πολιτικές θέσεις στις χώρες καταγωγής τους και πολλοί από αυτούς έχουν ασκήσει υπουργικά καθήκοντα, αλλά ως μέλη της Επιτροπής, ασκούν τα καθήκοντά τους προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης και δεν δέχονται υποδείξεις από τις εθνικές κυβερνήσεις.

Τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται για περίοδο πέντε ετών, έξι μήνες μετά τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η εξής:

  • Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών ορίζουν με κοινή συμφωνία την προσωπικότητα που προτίθενται να διορίσουν νέο Πρόεδρο της Επιτροπής.

  • Ο ορισθείς Πρόεδρος, σε συμφωνία με τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, επιλέγει τα υπόλοιπα 19 μέλη της Επιτροπής.

  • Στη συνέχεια, και τα 20 μέλη καλούνται σε ακρόαση από το νέο Κοινοβούλιο, το οποίο γνωμοδοτεί για ολόκληρο το "σώμα" των Επιτρόπων. Αν ο διορισμός εγκριθεί, η νέα Επιτροπή μπορεί να αναλάβει επισήμως καθήκοντα τον επόμενο Ιανουάριο.

Η θητεία της παρούσα Επιτροπής λήγει στις 31 Οκτωβρίου 2004. Πρόεδρός της είναι ο Romano Prodi.

Η Επιτροπή είναι πολιτικά υπόλογη στο Κοινοβούλιο, το οποίο μπορεί να την εξαναγκάσει σε παραίτηση αν κάνει δεκτή πρόταση δυσπιστίας. Η Επιτροπή συμμετέχει σε όλες τις συνόδους του Κοινοβουλίου, για να διευκρινίζει και να δικαιολογεί τις πολιτικές της, ενώ επίσης απαντά τακτικά σε προφορικές και γραπτές ερωτήσεις βουλευτών.

Η καθημερινή εργασία της Επιτροπής διεκπεραιώνεται από το διοικητικό προσωπικό της, εμπειρογνώμονες, μεταφραστές, διερμηνείς και προσωπικό γραμματείας. Αυτοί οι Ευρωπαίοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι περίπου 24 000, αριθμός που μπορεί να μοιάζει μεγάλος, αλλά είναι στην πραγματικότητα μικρότερος από τον αριθμό υπαλλήλων που απασχολούν τα περισσότερα δημοτικά συμβούλια μεσαίου μεγέθους πόλεων της Ευρώπης.

Οι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν είναι σε καμία περίπτωση απρόσωποι γραφειοκράτες, αλλά συνηθισμένοι πολίτες από κάθε χώρα της Ένωσης, οι οποίοι επιλέγονται μετά από διαγωνισμούς με μεγάλο συναγωνισμό και εργάζονται όλοι μαζί για να οικοδομήσουν μια ισχυρή και πετυχημένη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πού εδρεύει η Επιτροπή;

Η Επιτροπή "εδρεύει" στις Βρυξέλλες, αλλά διατηρεί γραφεία και στο Λουξεμβούργο, αντιπροσωπείες σε όλες τις χώρες της Ένωσης και σε πολλές πρωτεύουσες ολόκληρου του κόσμου.

Τι κάνει η Επιτροπή;

Οι κύριες αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι τέσσερις:

1.      προτείνει νομοθεσία στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο,

2.      διαχειρίζεται και υλοποιεί τις πολιτικές και τον προϋπολογισμό της Ένωσης,

3.      επιβάλλει το ευρωπαϊκό δίκαιο (από κοινού με το Δικαστήριο),

4.      εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Ένωση στη διεθνή σκηνή, για παράδειγμα διεξάγοντας διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών.

Πώς οργανώνονται οι εργασίες της Επιτροπής;

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής είναι εκείνος που αποφασίζει ποιος επίτροπος θα είναι αρμόδιος για κάθε τομέα πολιτικής και ανακατανέμει αυτές τις αρμοδιότητες (εφόσον απαιτείται) κατά τη διάρκεια της θητείας της Επιτροπής. Ο Πρόεδρος μπορεί επίσης, με την έγκριση της Επιτροπής, να ζητήσει την παραίτηση κάποιου επιτρόπου.

Η ομάδα των 20 επιτρόπων (γνωστή και ως "σώμα των επιτρόπων") συνεδριάζει μια φορά την εβδομάδα, συνήθως τις Τετάρτες, στις Βρυξέλλες. Κάθε θέμα της ημερήσιας διάταξης παρουσιάζεται από τον επίτροπο που είναι αρμόδιος για τον αντίστοιχο τομέα πολιτικής και το σώμα των επιτρόπων αποφασίζει συλλογικά.

Το προσωπικό της Επιτροπής είναι οργανωμένο σε 36 τμήματα, γνωστά ως "Γενικές Διευθύνσεις" (ΓΔ) και "υπηρεσίες" (όπως η Νομική Υπηρεσία). Κάθε ΓΔ είναι αρμόδια για έναν συγκεκριμένο τομέα πολιτικής και έχει επικεφαλής της Γενικό Διευθυντή ο οποίος αναφέρεται σε έναν επίτροπο. Οι ΓΔ είναι αυτές που στην πραγματικότητα σκέπτονται και εκπονούν τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής, αλλά οι προτάσεις αυτές αποκτούν επίσημη διάσταση μόνον αν "εγκριθούν" από το σώμα των επιτρόπων κατά την εβδομαδιαία συνεδρίασή του. Η διαδικασία είναι σε γενικές γραμμές η ακόλουθη.

Ας υποτεθεί, για παράδειγμα, ότι η Επιτροπή θεωρεί πως υπάρχει ανάγκη θέσπισης νομοθεσίας για να προληφθεί η ρύπανση των ευρωπαϊκών ποταμών. Η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος θα συντάξει πρόταση, επί τη βάσει εκτεταμένων διαβουλεύσεων με την ευρωπαϊκή βιομηχανία και τους αγρότες, με τα υπουργεία περιβάλλοντος των κρατών μελών και με περιβαλλοντικές οργανώσεις. Στη συνέχεια, η προτεινόμενη νομοθεσία θα συζητηθεί με όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής και θα τροποποιηθεί, εφόσον απαιτείται. Στη συνέχεια, θα ελεγχθεί από τη Νομική Υπηρεσία και από το προσωπικό των ιδιαίτερων γραφείων των Επιτρόπων.

Μόλις η πρόταση είναι απολύτως έτοιμη, η Γενική Γραμματεία την εγγράφει στην ημερήσια διάταξη μιας επόμενης συνεδρίασης της Επιτροπής. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, ο Επίτροπος Περιβάλλοντος θα εξηγήσει στους συναδέλφους του γιατί προτείνεται αυτή η νομοθεσία και στη συνέχεια, θα τεθεί υπό συζήτηση. Αν επιτευχθεί συμφωνία, το σώμα των επιτρόπων θα "εγκρίνει" την πρόταση και το έγγραφο θα σταλεί στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για εξέταση. Αν ανακύψει διαφωνία μεταξύ των επιτρόπων, ο Πρόεδρος θα θέσει την πρόταση σε ψηφοφορία. Αν 11 ή περισσότεροι επίτροποι ψηφίσουν υπέρ, η πρόταση εγκρίνεται. Μετά την έγκρισή της, θα έχει την άνευ όρων υποστήριξη όλων των μελών της Επιτροπής.

Μελλοντικό μέγεθος της Επιτροπής

Ανέκαθεν, διορίζονταν δύο επίτροποι για κάθε ένα από τα πολυπληθέστερα κράτη μέλη και ένας επίτροπος για κάθε μια από τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης. Ωστόσο, αν το σύστημα αυτό επρόκειτο να διατηρηθεί μετά τη διεύρυνση της Ένωσης, η Επιτροπή θα γινόταν τόσο πολυμελής, ώστε θα ήταν αναποτελεσματική. Ήδη, την 1η Μαΐου 2004, όταν θα προσχωρήσουν στην Ένωση δέκα κράτη μέλη, θα διοριστούν δέκα νέοι επίτροποι (ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό σε 30). Έτσι, από τη στιγμή που θα αναλάβει καθήκοντα η Επιτροπή 2004-2009 (1η Νοεμβρίου 2004), θα υπάρχει ένας μόνον επίτροπος ανά χώρα. Όταν η Ένωση αποκτήσει 27 κράτη μέλη, το Συμβούλιο θα καθορίσει - με απόφαση που θα ληφθεί ομοφώνως - τον ανώτατο αριθμό επιτρόπων. Ο αριθμός τους θα πρέπει να είναι μικρότερος των 27 και η εθνικότητά τους θα καθορίζεται με ένα σύστημα εναλλαγής που θα είναι απολύτως δίκαιο για όλες τις χώρες.

 

  Το Συμβούλιο

Tο Συμβούλιο είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο συστήθηκε από τις ιδρυτικές συνθήκες τη δεκαετία του 1950. Εκπροσωπεί τα κράτη μέλη και στις συνεδριάσεις του παρευρίσκεται ένας υπουργούς από κάθε κυβέρνηση κράτους μέλους της Ένωσης.

Το ποιος υπουργός παρευρίσκεται σε κάθε συνεδρίαση εξαρτάται από τα υπό συζήτηση θέματα. Αν, για παράδειγμα, το Συμβούλιο πρόκειται να συζητήσει περιβαλλοντικά ζητήματα, στη συνεδρίαση θα παρευρίσκεται ο Υπουργός Περιβάλλοντος κάθε χώρας της Ένωσης και το Συμβούλιο θα χαρακτηρίζεται "Συμβούλιο Περιβάλλοντος".

Οι σχέσεις της Ένωσης με τον υπόλοιπο κόσμο συζητούνται στο "Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και Εξωτερικών Σχέσεων". Αλλά η συγκεκριμένη σύνθεση του Συμβουλίου είναι επιφορτισμένη και με την ευρύτερη ευθύνη για γενικά θέματα πολιτικής, συνεπώς στις συνεδριάσεις του παρευρίσκεται οποιοσδήποτε υπουργός ή υφυπουργός επιλέξει κάθε κυβέρνηση.

Συνολικά, το Συμβούλιο συνεδριάζει υπό εννέα διαφορετικές συνθέσεις:

·        Γενικές Υποθέσεις και Εξωτερικές Σχέσεις

·        Οικονομικές και Δημοσιονομικές Υποθέσεις ("ECOFIN")

·        Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις

·        Απασχόληση, Κοινωνική Πολιτική, Υγεία και Καταναλωτές

·        Ανταγωνιστικότητα (Εσωτερική Αγορά, Βιομηχανία και Έρευνα)

·        Μεταφορές, Τηλεπικοινωνίες και Ενέργεια

·        Γεωργία και Αλιεία

·        Περιβάλλον

·        Παιδεία, Νεολαία και Πολιτισμός

Παρόλα ταύτα, το Συμβούλιο παραμένει ένα και μοναδικό θεσμικό όργανο.

Κάθε υπουργός που συμμετέχει στο Συμβούλιο είναι εξουσιοδοτημένος να αναλαμβάνει δεσμεύσεις εξ ονόματος της κυβέρνησής του. Με άλλα λόγια, η υπογραφή του υπουργού ισοδυναμεί με υπογραφή ολόκληρης της κυβέρνησης. Επιπλέον, κάθε υπουργός που συμμετέχει στο Συμβούλιο είναι υπεύθυνος ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου του και των πολιτών τους οποίους αντιπροσωπεύει το κοινοβούλιο, πράγμα που εξασφαλίζει τη δημοκρατική νομιμότητα των αποφάσεων του Συμβουλίου.

Τι κάνει το Συμβούλιο;

Οι κύριες αρμοδιότητες του Συμβουλίου είναι οι εξής:

1.  Θεσπίζει ευρωπαϊκή νομοθεσία. Σε πολλούς τομείς, το Συμβούλιο νομοθετεί από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

2.  Συντονίζει τη γενική οικονομική πολιτική των κρατών μελών.

3.  Συνομολογεί διεθνείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και ενός ή περισσοτέρων κρατών ή διεθνών οργανισμών.

4.  Εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Ένωσης από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

5.  Αναπτύσσει την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της Ένωσης (ΚΕΠΠΑ), βάσει γενικών προσανατολισμών που καθορίζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

6.  Συντονίζει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστικών και αστυνομικών αρχών σε ποινικές υποθέσεις.

Οι περισσότερες από τις αρμοδιότητες αυτές αφορούν τον "κοινοτικό" τομέα - δηλ. τομείς δραστηριότητας όπου τα κράτη μέλη έχουν αποφασίσει να εκχωρήσουν την κυριαρχία τους και να αναθέσουν εξουσίες λήψης αποφάσεων στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Ο τομέας αυτός αποτελεί τον "πρώτο πυλώνα" της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εντούτοις, οι τελευταίες δύο αρμοδιότητες αφορούν κατά μέγα μέρος τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη δεν έχουν εκχωρήσει τις εξουσίες τους, αλλά απλώς συνεργάζονται στο πλαίσιο της αποκαλούμενης "διακυβερνητικής συνεργασίας" που καλύπτει τον δεύτερο και τον τρίτο "πυλώνα" της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΚΕΠΠΑ και αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα).

Πώς οργανώνονται οι εργασίες του Συμβουλίου;

Κάθε κράτος μέλος της Ένωσης διαθέτει στις Βρυξέλλες μια μόνιμη ομάδα ("αντιπροσωπεία") που το εκπροσωπεί και υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντά του στο επίπεδο της Ένωσης. Ο επικεφαλής κάθε αντιπροσωπείας είναι στην ουσία ο πρέσβης της χώρας του στην Ένωση.

Αυτοί οι πρέσβεις (γνωστοί ως "μόνιμοι αντιπρόσωποι") συνεδριάζουν κάθε εβδομάδα στο πλαίσιο της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων (COREPER). Η επιτροπή αυτή έχει ως έργο την προετοιμασία των εργασιών του Συμβουλίου σε όλους τους τομείς, εκτός από το γεωργικό, με τον οποίο ασχολείται η Ειδική Επιτροπή Γεωργίας. Η ΕΜΑ επικουρείται από μια σειρά ομάδων εργασίας τις οποίες απαρτίζουν στελέχη των εθνικών διοικήσεων.

Η Προεδρία του Συμβουλίου

Η Προεδρία του Συμβουλίου ασκείται εκ περιτροπής από κάθε κράτος μέλος για περίοδο έξι μηνών. Με άλλα λόγια, κάθε κράτος μέλος της Ένωσης αναλαμβάνει διαδοχικά την ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου και προεδρεύει όλων των συνεδριάσεων επί ένα εξάμηνο, προωθώντας τις νομοθετικές και πολιτικές αποφάσεις και διαπραγματευόμενο συμβιβαστικές λύσεις μεταξύ των κρατών μελών.

Τα κράτη που πρόκειται να ασκήσουν την προεδρία κατά την περίοδο 2003-2006 είναι τα εξής:

2004

Πρώτο εξάμηνο:

Ιρλανδία

 

Δεύτερο εξάμηνο:

Κάτω Χώρες

2005

Πρώτο εξάμηνο:

Λουξεμβούργο

 

Δεύτερο εξάμηνο:

Ηνωμένο Βασίλειο

2006

Πρώτο εξάμηνο:

Αυστρία

 

Αν, για παράδειγμα, το δεύτερο εξάμηνο του 2006, προβλέπεται να συγκληθεί το Συμβούλιο Περιβάλλοντος, θα προεδρεύεται από τον Φινλανδό Υπουργό Περιβάλλοντος, εφόσον την Προεδρία του Συμβουλίου θα ασκεί την εποχή εκείνη η Φινλανδία.

Η Γενική Γραμματεία

Η Προεδρία επικουρείται από τη Γενική Γραμματεία, η οποία ασχολείται με την προετοιμασία και την ομαλή λειτουργία των εργασιών του Συμβουλίου σε όλα τα επίπεδα. Το 1999, Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου διορίστηκε ο κ. Javier Solana, ο οποίος ασκεί και καθήκοντα Ύπατου Εκπροσώπου για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Με την ιδιότητά του αυτή, συμβάλλει στην προετοιμασία και στην υλοποίηση αποφάσεων πολιτικής, ενώ επίσης διεξάγει πολιτικό διάλογο, εξ ονόματος του Συμβουλίου, με χώρες μη μέλη της Ένωσης.

Ο Γενικός Γραμματέας επικουρείται από αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την οργανωτική διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας.

Πόσες ψήφοι ανά χώρα;

Οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με ψηφοφορία. Όσο μεγαλύτερος είναι ο πληθυσμός μιας χώρας, τόσο περισσότερες ψήφους διαθέτει. Όμως ο αριθμός δεν είναι αυστηρά αναλογικός: έχει διορθωθεί υπέρ των λιγότερο πολυπληθών χωρών.

Έως την 1η Μαΐου 2004, ο αριθμός των ψήφων κάθε χώρας είναι ο εξής:

Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, ΗΒ

10

Ισπανία

8

Βέλγιο, Ελλάδα, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία:

5

Αυστρία, Σουηδία

4

Δανία, Ιρλανδία, Φινλανδία

3

Λουξεμβούργο

2

ΣΥΝΟΛΟ:

87

 

Για το διάστημα από την 1η Μαΐου 2004 (όταν θα προσχωρήσουν στην Ένωση νέα κράτη μέλη) έως την 31η Οκτωβρίου του ίδιου έτους, προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις για την τροποποίηση της στάθμισης των ψήφων.

Από την 1η Noεμβρίου 2004, ο αριθμός των ψήφων που θα διαθέτει κάθε χώρα (συμπεριλαμβανομένων των νέων κρατών μελών) θα είναι ο εξής:

 

Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο

29

Ισπανία και Πολωνία

27

Κάτω Χώρες

13

Βέλγιο, Τσεχική Δημοκρατία, Ελλάδα, Ουγγαρία και Πορτογαλία

12

Αυστρία και Σουηδία

10

Δανία, Ιρλανδία, Λιθουανία, Σλοβακία και Φινλανδία

7

Κύπρος, Εσθονία, Λετονία, Λουξεμβούργο και Σλοβενία

4

Mάλτα

3

ΣΥΝΟΛΟ:

321

 

Λήψη αποφάσεων με "ειδική πλειοψηφία"

Ο συνηθέστερος τρόπος λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο είναι με "ειδική πλειοψηφία". Αυτό σημαίνει ότι, για να εγκριθεί μια πρόταση, πρέπει να συγκεντρώνει ένα συγκεκριμένο ελάχιστο αριθμό ψήφων (λεπτομέρειες στη συνέχεια). Εντούτοις, σε ορισμένους πολύ ευαίσθητους τομείς, όπως η ΚΕΠΠΑ, η φορολογία, η πολιτική ασύλου και μετανάστευσης, οι αποφάσεις του Συμβουλίου πρέπει να λαμβάνονται ομόφωνα. Με άλλα λόγια, στους τομείς αυτούς, κάθε κράτος μέλος διαθέτει δικαίωμα βέτο.

Είναι ήδη δύσκολο να επιτευχθεί ομοφωνία μεταξύ 15 κρατών μελών: σε μια διευρυμένη Ένωση 27 ή περισσότερων μελών, θα είναι πρακτικά αδύνατον. Αν η Ένωση συνέχιζε να προσπαθεί να λειτουργήσει με τους ισχύοντες κανόνες, θα παρέλυε - θα ήταν αδύνατον να ενεργήσει σε πολλούς σημαντικούς κανόνες. Έτσι, η Συνθήκη της Νίκαιας τροποποιεί τους κανόνες, επιτρέποντας στο Συμβούλιο να λαμβάνει αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία σε μια ολόκληρη σειρά τομέων για τους οποίους απαιτείτο προηγουμένως ομοφωνία.

Έως την 1η Μαΐου 2004, ο ελάχιστος αριθμός ψήφων που απαιτούνται για την επίτευξη ειδικής πλειοψηφίας είναι 62 επί συνόλου 87 (δηλ. ποσοστό 71,3%). Για διάστημα έξι μηνών από την 1η Μαΐου 2004, όταν θα προσχωρήσουν στην Ένωση νέα μέλη, θα ισχύουν μεταβατικές ρυθμίσεις. Από την 1η Νοεμβρίου 2004, για να επιτευχθεί ειδική πλειοψηφία θα απαιτείται:

  • πλειοψηφία των κρατών μελών (σε μερικές περιπτώσεις πλειοψηφία δύο τρίτων) ΚΑΙ

  • 232 θετικές ψήφοι, πράγμα που αντιστοιχεί στο 72,3% του συνόλου (χονδρικά, ποσοστό ίδιο με εκείνο του προηγούμενου συστήματος).

Επιπλέον, οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει να επιβεβαιωθεί ότι οι θετικές ψήφοι αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 62% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης. Αν διαπιστωθεί ότι αυτό δεν ισχύει, η απόφαση δεν θεωρείται εγκριθείσα.

 

  Γλωσσάριο

Απόφαση: στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, η απόφαση είναι δεσμευτική για όλους τους αποδέκτες της.

Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΔ): πρόκειται για τη διάσκεψη στο πλαίσιο της οποίας οι κυβερνήσεις των κρατών μελών διαπραγματεύονται τις τροποποιήσεις των συνθηκών.

Διαρθρωτικά ταμεία: τα ταμεία αυτά είναι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσανατολισμού για τη Γεωργία και το Ταμείο Συνοχής. Στόχος τους είναι να μειώσουν τις αποκλίσεις στην ανάπτυξη μεταξύ των διαφόρων περιφερειών και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διεύρυνση: έννοια η οποία χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει τις τέσσερις διαδοχικές προσχωρήσεις που γνώρισε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, με αποτέλεσμα να προστεθούν εννέα κράτη στις έξι ιδρυτικές χώρες που ήταν το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο: το 1973, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία· το 1981: Ελλάδα· το 1986: Ισπανία και Πορτογαλία· το 1995: Αυστρία, Σουηδία και Φινλανδία. Σήμερα, 13 χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και της Μεσογειακής Λεκάνης είναι υποψήφιες για ένταξη, εκ των οποίων οι 12 έχουν ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για να προσχωρήσουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πρέπει να πληρούν ορισμένα πολιτικά και οικονομικά κριτήρια και να ενσωματώσουν στη νομοθεσία τους το κοινοτικό κεκτημένο.

Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: αποτελείται από δεκαπέντε δικαστές, που ορίζονται από τα κράτη μέλη και από οκτώ γενικούς εισαγγελείς. Διασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την εφαρμογή και ερμηνεία των συνθηκών. Εδρεύει στο Λουξεμβούργο. Δεν θα πρέπει να συγχέεται με το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, το οποίο υπάγεται στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ούτε με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο έχει την έδρα του στο Στρασβούργο και υπάγεται στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

Διορισμός της Επιτροπής: τα κράτη μέλη ορίζουν με κοινή συμφωνία την προσωπικότητα που σκοπεύουν να διορίσουν Πρόεδρο της Επιτροπής. Ο διορισμός αυτός εγκρίνεται κατόπιν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στη συνέχεια, σε συνεννόηση με τον εν λόγω Πρόεδρο, τα κράτη μέλη προτείνουν τις υποψηφιότητες των άλλων επιτρόπων. Η Επιτροπή που συγκροτείται με τον τρόπο αυτό υπόκειται, ύστερα από ατομικές ακροάσεις των επιτρόπων στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές, στην έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία προηγείται του οριστικού διορισμού.

Ειδική πλειοψηφία: πλειοψηφία που απαιτείται στο πλαίσιο του Συμβουλίου για να εγκριθεί μια νομοθετική πράξη (εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται η ομοφωνία). Επιτυγχάνεται με τη διαφοροποιημένη στάθμιση των ψήφων των κρατών μελών συναρτήσει του πληθυσμού τους.

Επιτροπή των Περιφερειών: συμβουλευτική επιτροπή η οποία ιδρύθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και αποτελείται από 222 εκπροσώπους των οργανισμών τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης της Ένωσης, τους οποίους ορίζουν τα κράτη μέλη. Εδρεύει στις Βρυξέλλες.

Erasmus: πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τμήμα του προγράμματος Socrates στον τομέα της εκπαίδευσης, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στους φοιτητές ενός κράτους μέλους να κάνουν ένα μέρος των σπουδών τους σε άλλη χώρα της Ένωσης.

Ευρωπαϊκή Ένωση: Η Ένωση βασίζεται στις Κοινότητες την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (καταργήθηκε το 2002) και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας - που συμπληρώνονται από την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας και την κοινή δράση στον αστυνομικό και ποινικό τομέα.

Ευρωπαϊκή Επιτροπή: θεσμικό όργανο που έχει την εξουσία της νομοθετικής πρωτοβουλίας. Διαχειρίζεται τις κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές, εκτελεί τον προϋπολογισμό και μεριμνά για την τήρηση των συνθηκών. Αποτελείται επί του παρόντος από 20 ανεξάρτητα μέλη (από 2 για τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισπανία και την Ιταλία, και από 1 για καθεμιά από τις υπόλοιπες χώρες). Έχει θητεία 5 ετών και ο διορισμός της υπόκειται σε έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώπιον του οποίου λογοδοτεί. Πρόεδρος της σημερινής Επιτροπής είναι ο Romano Prodi.

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: με έδρα την Φρανκφούρτη, είναι αρμόδια για τη νομισματική πολιτική της ζώνης ευρώ, δηλαδή των κρατών που επέλεξαν να ενταχθούν στο ενιαίο νόμισμα. Η Εκτελεστική της Επιτροπή αποτελείται από έξι μέλη. Στο Διοικητικό της Συμβούλιο συμμετέχουν οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών της ζώνης ευρώ και τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής. Στο Γενικό Συμβούλιο συμμετέχουν και οι Διοικητές κεντρικών τραπεζών των υπολοίπων κρατών μελών.

Ευρωπαϊκή Κοινότητα: με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αντικατέστησε την "Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα" (ΕΟΚ) που είχε ιδρυθεί με τη Συνθήκη της Ρώμης του 1957. Ισχύει σε θέματα που σχετίζονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των αγαθών, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, τις μεταφορές, τον ανταγωνισμό και τη φορολογία, την οικονομική και τη νομισματική πολιτική, την εμπορική πολιτική, την απασχόληση και την κοινωνική πολιτική, τον πολιτισμό, την υγεία, τους καταναλωτές, τη βιομηχανία, την πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης (οικονομική και κοινωνική συνοχή), την έρευνα, το περιβάλλον και την ανάπτυξη. Εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ): είναι η πρώτη ευρωπαϊκή κοινότητα. Ιδρύθηκε με τη Συνθήκη των Παρισίων στις 18 Απριλίου 1951 και καταργήθηκε το 2002.

Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ ή Euratom): ιδρύθηκε με τη Συνθήκη της Ρώμης το 1957.

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: συμβουλευτική επιτροπή που αποτελείται από 222 εκπροσώπους των διαφόρων οικονομικών και κοινωνικών ομάδων της Ένωσης. Έχει την έδρα της στις Βρυξέλλες.

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό