|
03.10.06
Oμιλία του Γ.Γ. της Κ.Ε. του
ΑΚΕΛ, Προέδρου της Βουλής συν. Δημήτρη
Χριστόφια στην Εκδήλωση για την Ημέρα της Κυπριακής Ανεξαρτησίας
Την Πρώτη του Οκτώβρη τιμήσαμε την Ημέρα της
Κυπριακής Ανεξαρτησίας. Η αποψινή εκδήλωση αφιερώνεται επίσης σε τούτη την
Ημέρα. Το ΑΚΕΛ θέλοντας να δώσει τη σημασία που πρέπει στην Ημέρα της
Ανεξαρτησίας μας διοργανώνει κάθε χρόνο αυτή την εκδήλωση σαν φόρο τιμής προς
όλους όσους αγωνίστηκαν και πολλοί έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία της
Κύπρου, για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, για την
υπεράσπιση της δημοκρατίας και της νομιμότητας στα ταραγμένα χρόνια της
προδοσίας.
Μακρύς και δύσκολος υπήρξε ο δρόμος του λαού μας
προς τη ελευθερία. Από την πρώτη στιγμή που ο αποικιοκράτης πάτησε το πόδι του
στην Κύπρο, ο κυπριακός λαός αγωνίστηκε για την αποτίναξη του ξένου ζυγού.
Είναι ανιστόρητο και προσβλητικό για το λαό μας να περιορίζουν κάποιοι την
πάλη του για ελευθερία μόνο στα χρόνια 1955-59 και στα πλαίσια μόνο μιας
οργάνωσης.
Στους αγώνες του κυπριακού λαού για ελευθερία,
καθοριστικής σημασίας ήταν η συμβολή της κυπριακής Αριστεράς. Δίκαια λοιπόν η
αποψινή εκδήλωση αφιερώνεται όχι μόνο στην Πρώτη Οκτωβρίου αλλά και στα
80χρονα του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ. Το ΑΚΕΛ σφράγισε με τους αγώνες του την αντιαποικιακή
πάλη του λαού μας και στη συνέχεια βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των αγώνων για
την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Κύπρου ενάντια στις ξένες συνομωσίες και
την προδοτική δράση της ακροδεξιάς.
Η νίκη των συμμαχικών δυνάμεων κατά τον Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο στάθηκε ορόσημο για την εντατικοποίηση του αντιαποικιακού
κινήματος σε ολόκληρο τον κόσμο. Το ίδιο συνέβηκε και στην Κύπρο. Χιλιάδες
κύπριοι είχαν στρατευθεί και είχαν πολεμήσει εθελοντικά κατά τον Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των αντιφασιστικών δυνάμεων. Οι ΑΚΕΛιστές
οργανωμένα και συνειδητά κατατάχθηκαν και πολέμησαν στις ένοπλες
αντιφασιστικές δυνάμεις. Οι Κύπριοι προσδοκούσαν ότι το τέλος του πολέμου και
η συντριβή του χιτλεροφασισμού θα έφερνε και τη δική τους λύτρωση. Γρήγορα
όμως συνειδητοποίησαν ότι οι διακηρύξεις και οι υποσχέσεις των αποικιοκρατών
ήταν χωρίς αντίκρισμα. Έτσι, στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου
κορυφώνεται και στην Κύπρο ο αντιαποικιακός αγώνας.
Ο κυπριακός λαός είχε να αντιπαλέψει ένα πολύ
ισχυρό και ύπουλο εχθρό. Τη Βρετανική αποικιοκρατική αυτοκρατορία. Η
γεωστρατηγική θέση της Κύπρου καθιστούσε ακόμα πιο δύσκολες τις παραμέτρους
της δικής μας πάλης. Πέραν τούτου οι συνθήκες που δημιούργησε διεθνώς ο ψυχρός
πόλεμος και ο αντίκτυπος από τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα, δυσκόλεψαν ακόμα
περισσότερο τα πράγματα.
Απέναντι σ’ αυτές τις δυσκολίες ο κυπριακός λαός
θα έπρεπε να αντιτάξει το ισχυρό όπλο της ενότητας όλων των δυνάμεων του, έτσι
όπως επίμονα ζητούσε το ΑΚΕΛ. Δυστυχώς όμως το όπλο της ενότητας δεν
κατορθώσαμε να το αξιοποιήσουμε. Με ευθύνη της ηγεσίας της δεξιάς παράταξης οι
δυνάμεις του λαού μας παρέμειναν μέχρι τέλους διασπασμένες. Οι σχέσεις
Αριστεράς – Δεξιάς, με ελάχιστα διαλείμματα, ήταν πάντα οξυμένες και σε
ορισμένες στιγμές μάλιστα οδηγήθηκαν στο χείλος του εμφύλιου πολέμου.
Ταυτόχρονα η ηγεσία της δεξιάς υποτίμησε πλήρως και παραγνώρισε τον παράγοντα
Τ/κύπριοι. Στην πιο κρίσιμη καμπή του αντιποικιακού αγώνα ξέσπασαν και οι
πρώτες διακοινοτικές συγκρούσεις.
Η επιλογή της ένοπλης μορφής πάλης από πλευράς
της ηγεσίας της δεξιάς υπήρξε ένα ολέθριο λάθος με καταλυτικές συνέπειες. Στην
Κύπρο δεν υπήρχαν συνθήκες για ένα νικηφόρο ένοπλο αγώνα. Αντίθετα εκείνο που
επιβαλλόταν να γίνει ήταν η εντατικοποίηση του μαζικο-πολιτικού αγώνα και η
διεθνοποίηση του Κυπριακού στη βάση της διασύνδεσης του με το μεγάλο
αντιαποικιακό κίνημα των λαών. Ο ένοπλος αγώνας, όσο και αν γνώρισε ηρωικές
στιγμές οδηγήθηκε σε περιπέτειες και αδιέξοδα. Δικαιώθηκαν δυστυχώς οι
προβλέψεις του ΑΚΕΛ και οι εκτιμήσεις τις οποίες είχε κάμει από το 1955. Τα
αδιέξοδα ήρθε να τα εκμεταλλευτεί ο ιμπεριαλισμός για να επιβάλει στην Κύπρο
τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου.
Θυμίζω ότι το ΑΚΕΛ συμβούλεψε τον Μακάριο να μην
υπογράψει τις συμφωνίες της Ζυρίχης γιατί παραχωρούσαν μια ακρωτηριασμένη
ανεξαρτησία, διαιώνιζαν την ιμπεριαλιστική παρουσία στο νησί μας, έθεταν την
Κύπρο υπό την αίρεση εγγυητριών δυνάμεων με δικαιώματα στρατιωτικής παρουσίας
και επέμβασης και επέβαλλαν στο λαό μας ένα δοτό, αντιδημοκρατικό σύνταγμα.
Η υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου
δημιούργησε μια νέα κατάσταση. Όσο ακρωτηριασμένη και αν ήταν η κυπριακή
ανεξαρτησία, ήταν ένα γεγονός τεράστιας σημασίας για την Κύπρο μια που ο λαός
μας ύστερα από αιώνες δουλείας αποκτούσε την ελευθερία του και το δικό του
ανεξάρτητο κράτος. Το ΑΚΕΛ διατηρώντας την εκτίμηση του για τις συμφωνίες
Ζυρίχης - Λονδίνου έριξε όλο του το βάρος στην αξιοποίηση των θετικών
στοιχείων της νέας κατάστασης θέτοντας το καθήκον της ολοκλήρωσης της
ανεξαρτησίας.
Συντρόφισσες, σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι,
Η ανεξαρτησία συνοδεύτηκε με πολλές προσδοκίες
για ένα καλύτερο μέλλον. Δυστυχώς αυτές οι προσδοκίες από πολύ νωρίς δεν
δικαιώθηκαν και ο λαός μας σύρθηκε σε νέες περιπέτειες. Τι έφταιξε;
Για να οδηγηθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα τα οποία
να λειτουργούν και ως πυξίδα για το σήμερα, πρέπει να προβούμε σε μια
διαλεκτική ανάλυση των πραγμάτων. Εμείς πιστεύουμε ότι δυο ήσαν οι παράγοντες
που έδρασαν ώστε η Κύπρος να μην απολαύσει την ανεξαρτησία της. Ο πρώτος είναι
ο εξωτερικός παράγοντας. Μέσα στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου ο ιμπεριαλισμός
από την πρώτη μέρα της ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας και βλέποντας ότι
ακολουθεί αδέσμευτη πολιτική βάλθηκε να την προσδέσει στο άρμα του ΝΑΤΟ για να
καταστήσει το νησί μας ορμητήριο του στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Οι
συνομωσίες διαδέχονταν η μια την άλλη και στάθηκαν ο κακός δαίμονας της
Κύπρου. Δεν θα πάψουμε ποτέ να καταγγέλλουμε τον ιμπεριαλισμό ως τη βασική
αιτία των δεινών της Κύπρου, έστω και αν αυτό δεν αρέσει σε ορισμένους. Η
Τουρκία από την πλευρά της αξιοποίησε αυτή την κατάσταση για να προωθήσει τη
δική της επεκτατική πολιτική. Το ίδιο πράττει έως σήμερα εκμεταλλευόμενη τη
γεωστρατηγική της θέση και τις σχέσεις της με τους νατοϊκούς της συμμάχους.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι ο εσωτερικός.
Αποκτήσαμε την ανεξαρτησία μας αλλά δεν κατορθώσαμε να απαλλαγούμε από τον
εθνικισμό σοβινισμό. Μεγάλη μερίδα του λαού και της ηγεσίας στην Ε/κυπριακή
κοινότητα εξακολουθούσε να ονειρεύεται την Ένωση. Από την άλλη, μεγάλη μερίδα
της Τ/κυπριακής κοινότητας, στην οποία επεβλήθηκε μάλιστα και η πιο
αντιδραστική ηγεσία, εξακολουθούσε να εργάζεται για τη διχοτόμηση και για την
προώθηση των επεκτατικών σχεδίων της Τουρκίας.
Δεν αγαπήσαμε όσο έπρεπε και δεν αγκαλιάσαμε το
κοινό μας απόκτημα, την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία. Με αυτά τα δεδομένα
ήταν θέμα χρόνου να καρποφορήσουν οι ξένες συνομωσίες και μεθοδεύσεις.
Στους εσωτερικούς παράγοντες της κακοδαιμονίας
μας υπογραμμίζω με έμφαση την προδοτική δράση του γριβισμού και της
ακροδεξιάς. Όταν η αντίσταση του Μακαρίου και του λαού μας ματαίωσαν τα όποια
ιμπεριαλιστικά σχέδια για διχοτόμηση της Κύπρου ανάλαβε δράση η ακροδεξιά και
ο γριβισμός. Έγιναν ο δούρειος ίππος για να αλωθεί το κάστρο της Κύπρου εκ των
έσω. Η επιβολή της χουντικής δικτατορίας στην Ελλάδα ήταν το κομβικό σημείο
που έκρινε σε μεγάλο βαθμό την τύχη της Κύπρου. Γιατί με την χούντα οι
ιμπεριαλιστικές συνομωσίες βρίσκουν τον πιο συνεπή τους υπηρέτη ενώ η ντόπια
ακροδεξιά στο πρόσωπο της χούντας βρίσκει τον μεγαλύτερο υποστηρικτή και
υποκινητή στο δρόμο για την προδοσία.
Ιεραρχούμε ως πιο σημαντικό τον εξωτερικό
παράγοντα, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζουμε με έμφαση ότι στη δεδομένη στιγμή η
προδοσία της ακροδεξιάς έστρωσε το χαλί για να περάσουν οι ξένες συνομωσίες σε
βάρος της Κύπρου.
Στα χρόνια 1960-74 έγιναν λάθη και από τον
Μακάριο και τις δημοκρατικές δυνάμεις. Σε καμιά όμως περίπτωση αυτά τα λάθη
δεν μπορούν να συγκριθούν και προπάντων να εξισωθούν με τα εγκλήματα της
ακροδεξιάς, της ΕΟΚΑ Β΄ και του γριβισμού. Όσοι επιχειρούν μια τέτια εξίσωση
βιάζουν την ιστορική αλήθεια. Και μέσα από ένα γενικόλογο και αφοριστικό «όλοι
ευθύνονται για την κυπριακή τραγωδία» οδηγούν στην αποενοχοποίηση της ΕΟΚΑ Β΄
και του γριβισμού. Αυτή η στάση, που συνιστά προσβολή για το λαό μας και ύβρη
στα βάσανα του, θα βρίσκει το ΑΚΕΛ πάντα αντιμέτωπο να πολεμά για την
υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας. Για την υπεράσπιση της τιμής και της
αξιοπρέπειας του λαού μας.
Συντρόφισσες, σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι,
Το πραξικόπημα, η εισβολή, η κατοχή και οι
συνέπειες τους έφεραν στο προσκήνιο τη λύση διζωνικής, δικοινοτικής
ομοσπονδίας. Ο Μακάριος αποδέχτηκε τη λύση ομοσπονδίας ως λύση ανάγκης για να
τερματιστεί η διαίρεση και η κατοχή και να επανενωθεί η Κύπρος. Θεωρητικά έχει
αποδεχτεί τη λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και η τουρκική πλευρά.
Σε όλες όμως τις μέχρι σήμερα προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού συναντούμε
ένα καλοστημένο σχέδιο από πλευράς της Τουρκίας, που στόχο έχει να οδηγηθούν
τα πράγματα στη δημιουργία δυο ισότιμων κρατών τα οποία θα έχουν μεταξύ τους
μια χαλαρή σύνδεση.
Για να στηρίξουν αυτή την προσέγγιση επικαλούνται
την αρχή της πολιτικής ισότητας, την οποία όμως ερμηνεύουν κατά το δοκούν. Η
Ε/κυπριακή πλευρά έχει δεχτεί την αρχή της πολιτικής ισότητας όπως αυτή έχει
καθοριστεί από τον Γ.Γ. και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Σε καμία
περίπτωση η αρχή της πολιτικής ισότητας δεν σημαίνει αριθμητική ισότητα σε όλα
και πολύ περισσότερο δεν έχει το περιεχόμενο που θέλει να της προσδίδει η
τουρκική πλευρά.
Στην τουρκική προσέγγιση απουσιάζει επίσης
παντελώς η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι μόνο των Ε/κυπρίων αλλά
ευρύτερα του κυπριακού λαού ως συνόλου. Όμως η διασφάλιση των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων είναι η πεμπτουσία της σύγχρονης αντίληψης για το κράτος δικαίου.
Η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ένας από τους πυλώνες πάνω στους
οποίους θέλει να στηρίζει την ύπαρξη της η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από την άλλη η τουρκική προσέγγιση παραμένει
αιχμάλωτη μιας νοοτροπίας που θέλει να διασφαλίσει και να διαιωνίσει παρουσία
και επικυριαρχικά δικαιώματα της Τουρκίας πάνω στην Κύπρο. Αυτή η νεοαποικιακή
προσέγγιση συγκρούεται με το διεθνές δίκαιο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να
γίνει ανεκτή στο σύγχρονο κόσμο.
Ποια είναι η ουσία του Κυπριακού; Το Κυπριακό
είναι στην ουσία του πρόβλημα εισβολής, κατοχής, παραβίασης του διεθνούς
δικαίου, παραβίασης της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας μιας
ανεξάρτητης χώρας μέλους του ΟΗΕ. Άρα το πρώτο ζήτημα που καλείται να
αντιμετωπίσει η επιδιωκόμενη λύση του Κυπριακού είναι ο τερματισμός της
κατοχής, και η αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της
Κυπριακής Δημοκρατίας. Εξ’ ίσου σημαντικό είναι να τερματιστεί επίσης η
όποια εξάρτηση της Κύπρου από οποιουσδήποτε, περιλαμβανομένων των εγγυητριών
δυνάμεων. Για να επιτευχθεί τούτο πρέπει να ακυρωθούν τα εργαλεία αυτής της
εξάρτησης που είναι τα στρατεύματα κατοχής και τα επεμβατικά δικαιώματα, έστω
και αν στο τέλος της ημέρας θα υποχρεωθούμε να δεχτούμε την ύπαρξη εγγυητριών
δυνάμεων. Πρέπει επίσης να επιλυθεί το θέμα των εποίκων. Ο απεριόριστος
αριθμός εποίκων στον οποίο ουσιαστικά επιμένει η Τουρκία και η Τ/κυπριακή
ηγεσία αλλοιώνει τον χαρακτήρα της τ/κυπριακής κοινότητας, αλλοιώνει το
δημογραφικό χαρακτήρα του κυπριακού πληθυσμού στο σύνολο του και καθιστά τους
έποικους αγωγό της τουρκικής πολιτικής και εργαλείο εξάρτησης της Κύπρου από
την Τουρκία.
Μέγα κεφάλαιο στα ζητήματα που συνθέτουν το
Κυπριακό συνιστά το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Τουρκία διέπραξε το
έγκλημα της εισβολής στο όνομα τάχα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
των Τ/κυπρίων και με στόχο την κατοχύρωση της ασφάλειας και της οντότητας της
τ/κυπριακής κοινότητας. Η λύση ασφαλώς και θα πρέπει να εγγυάται την ασφάλεια
και τα ανθρώπινα δικαιώματα των Τ/κυπρίων. Ποτέ δεν πρέπει οι Τ/κύπριοι να
θεωρούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Μπορεί, όμως, η λύση να είναι δίκαιη
υπό τις περιστάσεις και βιώσιμη αν στο όνομα της διασφάλισης των δικαιωμάτων
των Τ/κυπρίων, καταπατηθούν τα δικαιώματα δεκάδων χιλιάδων Ε/κυπρίων; Θα
μπορέσει να είναι βιώσιμη η λύση αν αφαιρεθεί από τους Ε/κύπριους πρόσφυγες το
δικαίωμα ακόμα και να επιλέξουν αν θέλουν να επιστρέψουν έστω υπό τ/κυπριακή
διοίκηση; Άρα η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών είναι
εξαιρετικής σημασίας όχι μόνο από τη σκοπιά της αποκατάστασης του δικαίου αλλά
πολύ περισσότερο και από τη σκοπιά της βιωσιμότητας της λύσης. Γιατί καμιά
λύση δεν μπορεί να περπατήσει αν στηρίζεται στην αδικία.
Η λύση θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζει σωστά
και το θέμα της επανένωσης της οικονομίας. Δεν μπορεί να υπάρξει ενωμένο
κράτος με διασπασμένη οικονομία. Η οικονομία είναι εκείνος ο βασικός
παράγοντας που θα λειτουργήσει για την ουσιαστική επανένωση του κράτους, των
θεσμών, γενικά του εποικοδομήματος. Εμείς αποδίδουμε στο θέμα οικονομία
ιδιαίτερη σημασία προσεγγίζοντας το και από μια άλλη σκοπιά. Το ξεπέρασμα του
εθνικισμού-σοβινισμού, από τον οποίο τόσα έχει υποφέρει και ακόμα υποφέρει η
Κύπρος, θα χρειαστεί να περάσει και μέσα από την ενιαιοποίηση της οικονομίας.
Όταν ο ταξικο-κοινωνικός διαχωρισμός της κοινωνίας μέσα στα πλαίσια μιας
ενιαίας οικονομίας και μέσα από κοινούς ταξικούς και κοινωνικούς αγώνες
αναβαθμιστεί και τεθεί πάνω από τον εθνικο-κοινοτικό διαχωρισμό, μόνο τότε θα
κατορθώσουμε να κτυπήσουμε αποτελεσματικά τον εθνικισμό-σοβινισμό.
Επανέρχομαι στο θέμα της πολιτικής ισότητας. Η
πολιτική ισότητα είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των ομοσπονδιών.
Δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να μην μπορεί ένα μέρος της ομοσπονδίας να
επιβάλλει τη θέληση του στα άλλα μέρη. Η πολιτική ισότητα βέβαια δεν μπορεί
και δεν καταργεί την άλλη αρχή που πρέπει να διέπει τα σύγχρονα κράτη, δηλαδή
τη δημοκρατική αρχή. Κατά κανόνα στις ομοσπονδίες λειτουργούν δυο ομοσπονδιακά
νομοθετικά σώματα. Η άνω και η κάτω βουλή. Στην άνω βουλή, ή Γερουσία, τα μέρη
της ομοσπονδίας, οι διάφορες πολιτείες, εκπροσωπούνται εξ’ ίσου ανεξάρτητα
πληθυσμού. Εδώ είναι που εκφράζεται κύρια η αρχή της πολιτικής ισότητας. Στην
κάτω βουλή, ή βουλή των αντιπροσώπων, λειτουργεί η δημοκρατική αρχή για τούτο
και η εκπροσώπηση των διαφόρων πολιτειών είναι ανάλογη του πληθυσμού τους.
Πολιτική ισότητα σημαίνει επίσης ότι τα όργανα
των πολιτειών έχουν τις ίδιες αρμοδιότητες και εξουσίες. Αντλούν βέβαια αυτές
τις αρμοδιότητες και εξουσίες από το ομοσπονδιακό σύνταγμα που είναι ο
ανώτατος νόμος του κράτους έστω και αν οι πολιτείες μπορούν να έχουν και τα
δικά τους συντάγματα. Συντάγματα, που μπορεί να εκφράζουν και κάποιες
ιδιομορφίες της κάθε πολιτείας αλλά απαραίτητα απορρέουν, σέβονται και αντλούν
δύναμη και εξουσία από το ομοσπονδιακό σύνταγμα. Η επιδιωκόμενη λύση στην
Κύπρο, με όλες τις ιδιομορφίες, που ασφαλώς θα την χαρακτηρίζουν, δεν μπορεί
να ξεφεύγει από τους γενικότερους κανόνες και αρχές που διέπουν τα
ομοσπονδιακά κράτη.
Η Τουρκία και δυστυχώς και η τ/κυπριακή ηγεσία,
τόσο στην επίλυση των συνταγματικών πτυχών, όσο και σε ότι αφορά στις άλλες
πτυχές του Κυπριακού επικαλούνται συνεχώς τις λεγόμενες πραγματικότητες
στοχεύοντας σε ένα μόρφωμα που στο τέλος δεν θα έχει καμιά σχέση με τις αρχές
που διέπουν τις ομοσπονδίες διεθνώς. Και όταν μιλούν για πραγματικότητες
εννοούν φυσικά τα αποτελέσματα της εισβολής και της κατοχής δηλαδή το εθνικό
ξεκαθάρισμα, την αρπαγή των περιουσιών, τον εποικισμό και το ψευδοκράτος. Όμως
η λύση του Κυπριακού πρέπει να θέτει τέρμα σε όλα αυτά και όχι να τα
νομιμοποιεί και να τα μονιμοποιεί. Γιατί τότε δεν θα μιλούμε για λύση αλλά για
την απαρχή νέων δεινών.
Οι αρχές επίλυσης του Κυπριακού, όπως τις
αγγίξαμε ακροθιγώς πιο πάνω, έχουν περάσει στις αποφάσεις και τα ψηφίσματα των
Ηνωμένων Εθνών. Δυστυχώς όμως οι εξελίξεις στο διεθνή χώρο μέσα στα πλαίσια
της λεγόμενης νέας τάξης πραγμάτων, ο ρόλος που οι σύμμαχοι της Τουρκίας και
ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία αποδίδουν στην Τουρκία σ’ αυτή
την εγκληματική νέα τάξη και η αδιαλλαξία της ίδιας της Τουρκίας αλλοιώνουν το
πνεύμα και το γράμμα των αποφάσεων και των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Γινόμαστε
μάρτυρες μεθοδεύσεων που στο όνομα του συμβιβασμού επιχειρούν να καταπατήσουν
κάθε αρχή του διεθνούς δικαίου και να παραγκωνίσουν τα πιο ουσιαστικά περί
Κύπρου ψηφίσματα του ΟΗΕ.
Αντί να επικεντρώνονται στο πώς επιλύεται η ουσία
του Κυπριακού δηλαδή πώς αίρεται η κατοχή και η διαίρεση, πώς αποκαθίσταται η
ενότητα και πώς διασφαλίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα τελευταία χρόνια
έχει αναχθεί σε πρώτο θέμα η άρση της λεγόμενης απομόνωσης των Τ/κυπρίων. Και
το Κυπριακό αντικρίζεται από ορισμένους ως πρόβλημα καταπίεσης των Τ/κυπρίων
από τους Ελληνοκύπριους. Δεν μπορούμε να δεχτούμε και να ανεχτούμε τέτια
διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Πολύ φοβούμαστε ότι και η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά
τις συνεχείς διακηρύξεις για συνέπεια σε αρχές, ακολουθεί παρόμοιο δρόμο.
Μεθοδεύονται κινήσεις παροχής εκπτώσεων, υποβάθμισης των αρχών, υπερτονισμού
της ανάγκης η Τουρκία να γίνει ευρωπαϊκή χώρα. Πιθανό αποτέλεσμα όλων αυτών
των μεθοδεύσεων θα είναι η χώρα αυτή να πάρει παρατάσεις στην υποχρέωση
υλοποίησης των δεσμεύσεων που ανέλαβε έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς να
προβεί σε ουσιαστικές κινήσεις από μέρους της.
Εμείς επιθυμούμε να συνεχίσει η Τουρκία την
ευρωπαϊκή της πορεία. Επιθυμούμε να εκδημοκρατικοποιηθεί η χώρα. Είμαστε
αλληλέγγυοι με κάθε λαό, περιλαμβανομένου και του τουρκικού, που παλεύει για
δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα. Είμαστε αλληλέγγυοι με τους Κούρδους που
αγωνίζονται για τα δικά τους ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη
τονίζουμε ότι η πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει νόημα στο
βαθμό που θα καθιστά αυτή τη χώρα αξιόπιστο εταίρο και γείτονα. Γιατί είναι
εμείς που θα ζήσουμε με την Τουρκία δίπλα μας και θέλουμε να ζήσουμε με μια
διαφορετική Τουρκία από αυτή που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.
Είναι προφανές ότι δρομολογούνται εξελίξεις με
επίκεντρο την πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και τη συμπεριφορά
της απέναντι στην Κύπρο. Αυτή την κρίσιμη ώρα θα ανέμενε κανένας ότι στη
σημερινή συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου θα βρίσκονταν όλες οι πολιτικές
δυνάμεις για να συζητήσουμε τις εξελίξεις, περιλαμβανομένων και των ιδεών της
Φιλανδικής Προεδρίας, και να αναλάβουμε από κοινού την ευθύνη για την
ακολουθητέα πορεία. Αντί τούτου δυστυχώς η ηγεσία του ΔΗΣΥ μένει απέξω και
ασκεί κριτική εκ του ασφαλούς.
Συντρόφισσες, σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι,
Στην Κύπρο πρέπει να επιτευχθεί ένας ιστορικός
συμβιβασμός. Είμαστε έτοιμοι για ένα έντιμο, λειτουργικό και βιώσιμο
συμβιβασμό με τους Τ/κύπριους συμπατριώτες μας, τους οποίους καλούμε σε κοινή
προσπάθεια για να εξευρεθεί αυτός ο συμβιβασμός. Δεν είμαστε όμως
διατεθειμένοι να συμβιβαστούμε με την κατοχή και τη διαίρεση. Αυτό πρέπει να
είναι ξεκάθαρο σε όλους. Ο λαός της Κύπρου Ε/κύπριοι και Τ/κύπριοι μπορούμε να
ζήσουμε και να ευημερήσουμε μαζί σε μια ελεύθερη, δημοκρατική χώρα, σεβόμενοι
ο ένας τα δικαιώματα, τις ιδιαιτερότητες και τις ελευθερίες του άλλου. Αυτό
μπορεί να γίνει πραγματικότητα αν όλοι συνειδητοποιήσουμε ότι μπορούμε να
ζήσουμε αυτόβουλα, χωρίς την κηδεμονία των μητέρων πατρίδων. Ούτε εμείς θα
κόψουμε τους ιδιαίτερους δεσμούς με την Ελλάδα, ούτε οι Τ/κύπριοι τους δικούς
τους ιδιαίτερους δεσμούς με την Τουρκία. Άλλο όμως είναι να διατηρηθούν και να
εμπλουτίζονται αυτοί οι δεσμοί και άλλο να αποφασίζουν οι μητέρες πατρίδες για
μας έχοντας μάλιστα αξιώσεις για επικυριαρχία πάνω στην Κύπρο.
Χωρίς να είναι δική μας επιλογή, αλλά επιλογή που
επιβάλλεται εκ των πραγμάτων, μας αναμένει ακόμα δύσκολος δρόμος. Παλεύουμε η
λύση να έρθει το συντομότερο δυνατό. Για να επιτύχουμε τους στόχους μας
χρειάζεται συνέπεια στην πολιτική μας για λύση διζωνικής, δικοινοτικής
ομοσπονδίας. Χρειάζεται ενότητα στα πλαίσια του Εθνικού Συμβουλίου.
Επιβάλλεται να υπάρχει ρεαλισμός και νηφαλιότητα στις εκτιμήσεις μας για τα
δεδομένα τοπικά και διεθνώς. Αλλά ταυτόχρονα επιβάλλεται να μας διακρίνει η
αποφασιστικότητα και η συνέπεια στη διεκδίκηση των δικαίων μας. Επιβάλλεται να
απορρίψουμε ειλικρινά και στην ουσία τον εθνικισμό-σοβινισμό και με την ίδια
ειλικρίνεια να κτίζουμε την επαναπροσέγγιση. Επιβάλλεται να αξιοποιήσουμε στον
μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα όποια ερείσματα έχουμε στο διεθνή χώρο και την
ιδιότητα μας ως χώρα μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μακριά βέβαια από αυταπάτες
και ψευδαισθήσεις. |